σαξονικός

-ή, -ό, Ν
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη Σαξονία ή στους Σάξονες («σαξονικό κάτοπτρο» — ο αρχαιότερος γερμανικός κώδικας δικαίου, ο οποίος συντάχθηκε τον 12ο αιώνα).
[ΕΤΥΜΟΛ. < Σαξονία. Η λ. μαρτυρείται από το 1874 στον Κ. Σ. Κόντο].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαξονικός — ή, ό αυτός που αναφέρεται στους Σάξονες: Σαξονικός γάμος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαξόνιος — α, ο, Ν [Σαξονία] 1. σαξονικός 2. φρ. «σαξόνια βαθμίδα» ή, απλώς, «το σαξόνιο» γεωλ. υποδιαίρεση τού μέσου περμίου και τών πετρωμάτων που σχηματίστηκαν κατά τη διάρκειά της, υποδιαίρεση η οποία ακολουθεί την ωτούνια βαθμίδα και προηγείται της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.